Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητα & Ανάπτυξη

Κατεβάστε όλο το κείμενο σε μορφή MS Word 2000

Περίληψη

Στο φόντο των μεγάλων τεχνολογικών αλλαγών του καιρού μας και με ανοιχτές όλες τις ευκαιρίες αλλά και τις ανταγωνιστικές προκλήσεις που συνεπάγεται η ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης, η ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού συστήματος προσλαμβάνει επείγοντα χαρακτήρα. Μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, ο στρατηγικός στόχος της ελληνικής οικονομίας είναι η σύγκλιση της ανταγωνιστικότητας με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η συστηματική ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας με άξονες την καινοτομία/τεχνολογική αναβάθμιση, την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση αποτελεί ουσιαστικά την καλύτερη εγγύηση τόσο της οικονομικής ευημερίας όσο και της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής.

Η τόνωση της ανταγωνιστικότητας ενός παραγωγικού συστήματος μπορεί να επιχειρηθεί με διαφορετικούς τρόπους, άλλοι από τους οποίους εστιάζονται σε ποσοτικά και άλλοι σε ποιοτικά χαρακτηριστικά της επιδιωκόμενης παραγωγικής ανασυγκρότησης: Στην περισσότερο παραδοσιακή και ποσοτική της έκφανση, η ανταγωνιστικότητα ορίζεται ως βελτίωση της σχέσης κόστους/τιμής των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών. Στην περισσότερο δυναμική και απαιτητική της εκδοχή, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας εστιάζεται κυρίως στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, ενισχύοντας τον σχεδιασμό, την καινοτομία, την προσαρμοστικότητα στα μεταβαλλόμενα σήματα της ζήτησης, την αξιοπιστία των χρόνων παράδοσης, τις εξειδικευμένες γνώσεις, την ευρηματικότητα και την πρωτοτυπία καθώς και την αξιοποίηση των τεράστιων ευκαιριών που προσφέρει η δημιουργική αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας. Η στρατηγική μας στόχευση συμπίπτει με την ενίσχυση της ποιοτικά προσανατολισμένης ανταγωνιστικότητας.

Η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει σταθερή πρόοδο στις επιδόσεις της κατά την τελευταία τετραετία. Στο επίπεδο των συνολικών οικονομικών επιδόσεων, σημειώθηκαν σημαντικά βήματα στη μακροοικονομική σταθεροποίηση, στη σταδιακή μείωση των επιτοκίων, στον δραστικό περιορισμό του πληθωρισμού και στη δημιουργία ευνοϊκότερων προϋποθέσεων εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας που βελτίωσαν το ευρύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον. Τόσο οι μακροοικονομικοί δείκτες όσο και οι επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας σημείωσαν αντιστροφή των τάσεων οικονομικής απόκλισης και συστηματικής επιδείνωσης που χαρακτήριζαν το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας εικοσαετίας. Με βάση τον διεθνή δείκτη ανταγωνιστικότητας IMD, η ελληνική οικονομία βελτίωσε τη θέση της μετακινούμενη από την 40ή στην 31η θέση από το 1995 μέχρι το 1999. Η μεταποίηση, ειδικότερα, ανέκοψε την μακρά τάση συρρίκνωσης του μεριδίου της στο ΑΕΠ και έχει επιδείξει σωρευτική αύξηση της παραγωγής 9% κατά την περίοδο 1994-99. Ο τομέας των υπηρεσιών επέδειξε αξιόλογο δυναμισμό με ετήσιο ρυθμό αύξησης της απασχόλησης περίπου 3% στην τελευταία τριετία.

Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Ελληνική Οικονομία είναι ακόμα κυρίως προσανατολισμένη προς δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπου η ποιότητα, ο σχεδιασμός, η καινοτομία και η περιεκτικότητα σε γνώση των προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών) είναι χαμηλή. Στην πραγματικότητα, η συνολική εικόνα του ελληνικού παραγωγικού συστήματος είναι σε μεγάλο βαθμό εικόνα "δυϊσμού". Ένας αριθμός επιχειρήσεων έχει σοβαρά προβλήματα στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι νέες δυσκολίες και προκλήσεις. Μια άλλη ομάδα επιχειρήσεων όμως, δείχνει υψηλό βαθμό προσαρμοστικότητας και σαφή σημάδια δυναμικών επιδόσεων στις αναδυόμενες συνθήκες της νέας αγοράς. Η μεγάλη πρόκληση στα προσεχή χρόνια είναι η ενδυνάμωση του δυναμικού τμήματος του παραγωγικού συστήματος μέσω του εμπλουτισμού του με νεοεισερχόμενους σε αυτή την κατηγορία.

Στο πλαίσιο αυτό η στρατηγική για την ενίσχυση της ποιοτικά προσανατολισμένης ανταγωνιστικότητας στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες στοχεύει τόσο στην ενίσχυση των ανταγωνιστικών ικανοτήτων των επιχειρήσεων που ήδη λειτουργούν, όσο και στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων που θα αξιοποιούν την καινοτομία και θα κάνουν χρήση των νέων τεχνολογιών. Η φθίνουσα συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ και τα χαρακτηριστικά της κλαδικής της διάρθρωσης (εσωτερική εξειδίκευση σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας), συχνά εκλαμβάνονται ως βασικά εμπόδια στην αναπτυξιακή διαδικασία. Στην πραγματικότητα η εικόνα είναι πολύ καλύτερη διότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μεταποίησης και υπηρεσιών (όπου οι επιδόσεις είναι καλύτερες) γίνεται συνεχώς δυσδιάκριτη (ένας αριθμός υπηρεσιών παίζει το ρόλο προαπαιτούμενου για επιτυχή μεταποιητική δραστηριότητα). Είναι ορθότερο να ομιλούμε για δραστηριότητες υψηλής και χαμηλής αξίας παρά για τομείς δραστηριοτήτων. Η Ελλάδα σαφώς χρειάζεται να διευρύνει και να ενδυναμώσει τις δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, και για το σκοπό αυτό απαιτείται μεταβολή της επιχειρηματικής νοοτροπίας και στρατηγικής σε όλο το παραγωγικό σύστημα.

Παρ' όλα αυτά η αναδιάρθρωση και ενδυνάμωση της βιομηχανικής βάσης της χώρας καθώς και η διατήρηση ενός επιπέδου επενδύσεων υψηλότερου του κοινοτικού μέσου όρου αποτελούν βασικά ζητούμενα της πολιτικής προς τις επιχειρήσεις. Ο στόχος της παραγωγικής ανασυγκρότησης και τεχνολογικής αναβάθμισης εξυπηρετείται από τις εξής προτεραιότητες πολιτικής:

1. Μέτρα απλοποίησης και αναβάθμισης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Η ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας απαιτεί σοβαρές προσπάθειες για την απλοποίηση και τον εξορθολογισμό του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Με την εξάλειψη βασικών εμποδίων στην επιχειρηματική λειτουργία, την απλοποίηση των κανόνων και διαδικασιών σε κάθε στάδιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί να προωθηθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, ταχύτερη αξιοποίηση των νέων επενδυτικών ευκαιριών, καθώς και να διευκολυνθούν οι ξένες άμεσες επενδύσεις.

2. Αξιοποίηση της τεχνολογίας στην επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η απορρόφηση νέων τεχνολογιών θα συνεισφέρει στη δημιουργία επιχειρήσεων έντασης τεχνολογίας, αξιοποιώντας το υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό με την κινητοποίηση των αναγκαίων κεφαλαίων και την κατάλληλη χρήση σύγχρονων χρηματοδοτικών μηχανισμών. Αυτό θα διευκολύνει να αναδυθούν στην Ελλάδα δραστηριότητες της "νέας οικονομίας", ενισχύοντας τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, κλάδων και δραστηριοτήτων που βασίζονται στις εφαρμογές τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής (ιδίως για τις ΜΜΕ).

3. Ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας.

Ο εκσυγχρονισμός και προσαρμογή του παραγωγικού συστήματος, απαιτεί αλλαγή στην επιχειρηματική συμπεριφορά με τρόπο που να συνεισφέρει στην αναβάθμιση του τεχνολογικού και του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στην επιχείρηση. Η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας αποτελεί βασικό στόχο. Επιδιώκεται η σημαντική αύξηση του ρυθμού δημιουργίας νέων επιχειρήσεων μέχρι το 2006. Αυτό απαιτεί μεγάλης κλίμακας χρήση κεφαλαίου κινδύνου και επιχειρηματικών συμμετοχών (venture and risk capital), ιδίως για την έναρξη επιχειρήσεων.

4. Προώθηση επιχειρηματικών συνεργασιών.

Οι επιχειρήσεις πρέπει να βελτιώσουν τη δυνατότητά τους να ανταποκρίνονται επιτυχώς σε μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, να αναζητούν την επιχειρηματική αριστεία, να εστιάζουν στις κεντρικές δεξιότητες που διαθέτουν, να ενισχύουν δίκτυα συνεργασίας, να στοχεύουν σε νησίδες της αγοράς, να επενδύουν σε έρευνα και ανάπτυξη και να επιχειρούν την έξοδό τους στη διεθνή αγορά. Προκειμένου να επιτευχθούν τέτοιοι στόχοι με σταθερότητα, οι συνεργασίες των επιχειρήσεων έχουν καθοριστική σημασία, καθώς και η καλλιέργεια κουλτούρας συνεργασίας.

5. Αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού των επιχειρήσεων.

Η βελτίωση των δεξιοτήτων και επαγγελματικών δυνατοτήτων είναι αναγκαία ώστε να ικανοποιηθεί η ανάγκη αύξησης του αριθμού απασχολουμένων υψηλών προσόντων στις επιχειρήσεις. Απαιτείται προσαρμογή στις διαπιστωμένες ανάγκες της αγοράς (σε συνεργασία με το Υπουργείο Εργασίας) αλλά και έμφαση σε νέα τεχνολογικά επαγγέλματα για τα οποία η αγορά δεν έχει ακόμα εκδηλώσει επαρκή ζήτηση.

Τέλος, δεδομένης της δομής του παραγωγικού συστήματος και αναγνωρίζοντας ότι διαφορετικού μεγέθους επιχειρήσεις συνεισφέρουν με διαφορετικό τρόπο στην απασχόληση αλλά αντιμετωπίζουν και προβλήματα διαφορετικής έντασης, δημιουργείται σαφής προτεραιότητα να αντιμετωπιστούν οι ιδιαίτερες ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με τα κατάλληλα εργαλεία πολιτικής σε κάθε τομέα στοχευμένης παρέμβασης.

Οι αδυναμίες του παραγωγικού συστήματος αντανακλώνται εντονότερα στην εικόνα της Ερευνητικής και Τεχνολογικής Βάσης της χώρας. Το ερευνητικό σύστημα διακρίνεται από έντονες ανισορροπίες ως προς τη συνεισφορά διαφορετικών φορέων χρηματοδότησης. Η συμβολή των επιχειρήσεων στη συνολική δαπάνη για Ε&Α παραμένει χαμηλή, η δημόσια προσπάθεια στο πεδίο της Ε&Α είναι κατακερματισμένη σε πολλούς τομείς και ομάδες με μέγεθος χαμηλότερο της αναγκαίας κρίσιμης μάζας που θα έφερνε αποτέλεσμα, υπάρχει έλλειψη ικανού αριθμού ειδικευμένων επιστημόνων και μηχανικών σε τομείς ταχείας τεχνολογικής ανάπτυξης, η επιχειρηματικότητα των ερευνητών βρίσκεται σε νηπιακό στάδιο ενώ η σημασία που κατά παράδοση αποδιδόταν στην προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν ασθενική. Ταυτοχρόνως, η παροχή τεχνολογικών υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις (κυρίως προς τις ΜΜΕ) παραμένει εξαιρετικά ανεπαρκής. Τέλος, το επίπεδο αναγνώρισης της σημασίας της νέας τεχνολογίας και των δυνατοτήτων που αυτή προσφέρει για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και της κοινωνίας παραμένει πολύ πίσω από τις ανάγκες, τόσο όσον αφορά τις εδραιωμένες πεποιθήσεις και αντιλήψεις του ευρέως κοινού, όσο και αυτές του κόσμου των επιχειρήσεων.

Η ενδυνάμωση της ποιοτικά προσανατολισμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας θέτει στο πεδίο της Έρευνας και Τεχνολογίας τις εξής δύο προτεραιότητες:

  • αφενός την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης και
  • αφετέρου την ενίσχυση της ανταγωνιστικής ικανότητας της οικονομίας συνολικά τόσο στο εθνικό όσο και στο περιφερειακό επίπεδο.

Η πρώτη προτεραιότητα προσλαμβάνει πιεστικότερο χαρακτήρα στις παρούσες συνθήκες.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Πρόγραμμα

  • στοχεύει στη δημιουργία νέων δικτύων τεχνολογικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων
  • ενθαρρύνει την εμπορευματοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας που διεξάγεται κάτω από την ομπρέλα της δημόσιας σφαίρας,
  • ενισχύει τις θερμοκοιτίδες στα επιστημονικά και ερευνητικά πάρκα
  • επιχειρεί να ενδυναμώσει τη συνεισφορά των επιχειρήσεων στην ερευνητική προσπάθεια
  • στοχεύει στην ευρύτερη συνειδητοποίηση της ευεργετικής και κρίσιμης συνεισφοράς της τεχνολογίας στις οικονομικές επιδόσεις και στην ευημερία.

Εκτιμάται ότι περίπου 12 "βλαστάρια" (spin offs) θα έχουν ενισχυθεί μέχρι τη μεσοπρόθεσμη επανεξέταση του Προγράμματος, ενώ μέχρι τη λήξη του θα έχει διπλασιαστεί ο αριθμός των επιχειρήσεων που εντάσσονται σε Επιστημονικά και Τεχνολογικά Πάρκα. Επιπλέον καταβάλλεται προσπάθεια να αυξηθεί το μερίδιο χρηματοδότησης της ερευνητικής προσπάθειας από την πλευρά των επιχειρήσεων από το 20% που βρίσκεται σήμερα σε 30% μέχρι το τέλος της περιόδου που καλύπτεται. Το εγχείρημα της ενδυνάμωσης και διάχυσης της συνείδησης ότι η νέα τεχνολογία συμβάλλει στην ευημερία και στις οικονομικές επιδόσεις αναφέρεται τόσο στο ευρύ κοινό όσο και στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις θα ενθαρρυνθούν να αυξήσουν τις ροές μετάδοσης και διάχυσης της τεχνολογικής γνώσης τόσο μεταξύ τους όσο και μεταξύ επιχειρήσεων και τεχνολογικών ιδρυμάτων. Το ευρύ κοινό θα ευαισθητοποιηθεί στη σημασία της τεχνολογίας μέσα από μέτρα εκλαΐκευσης και προβολής. Οι τεχνολογικοί και ερευνητικοί στόχοι απαιτούν επιπλέον τη σημαντική αύξηση του αριθμού των ειδικών επιστημόνων που απασχολούνται σε παραγωγικούς τομείς, με την υλοποίηση μέτρων που διευκολύνουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε υψηλών προδιαγραφών επιστημονικό δυναμικό. Τέλος, θα ενισχυθούν οι ευκαιρίες μεταφοράς τεχνολογίας από το εξωτερικό με κατάλληλα μέτρα ενθάρρυνσης της δικτύωσης και συνεργασίας ελλήνων επιστημόνων με ερευνητικές ομάδες του εξωτερικού.

Στον τομέα του Τουρισμού το νόημα της ποιοτικά προσανατολισμένης ανταγωνιστικότητας είναι συνυφασμένο τόσο με την επιδίωξη διατήρησης του μεριδίου της χώρας στη διεθνή τουριστική αγορά, όσο και την ανασυγκρότηση και τον εμπλουτισμό των τουριστικών πλεονεκτημάτων που διαθέτει οικοδομώντας και νέα. Οι κανόνες του παιχνιδιού που διαμορφώνουν οι δραστικές μεταβολές στο εξωτερικό περιβάλλον (από την τεχνολογία μέχρι τις μεταφορές, τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ) είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικοί και απαιτητικοί. Παρά ταύτα η βασική σύνθεση των τουριστικών πλεονεκτημάτων της χώρας έχει μείνει στάσιμη και αναλλοίωτη.

Η προσπάθεια αναβάθμισης του τουριστικού προφίλ της οικονομίας συμπίπτει με την προσπάθεια εισαγωγής εναλλακτικών μορφών τουρισμού σε συγκεκριμένους θύλακες της αγοράς. Επιπλέον, η βελτίωση της σύνθεσης της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών όλων των κλάδων των τουριστικών επιχειρήσεων θα συμβάλλει στην επέκταση της τουριστικής περιόδου. Υπό το πρίσμα αυτό, οι βασικές επιδιώξεις του προγράμματος είναι:

  • Η αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών σε όλους τους τομείς που συνθέτουν το τουριστικό προϊόν
  • Η ανταγωνιστική τιμολόγηση των υπηρεσιών αυτών
  • Η οργάνωση του τομέα της ενημέρωσης και των πωλήσεων
  • Η οργάνωση υποδομών ικανών να τροφοδοτήσουν την ανάπτυξη εναλλακτικού τουρισμού
  • Η ενίσχυση του τουριστικού προϊόντος με το συγκριτικό πλεονέκτημα του πολιτιστικού αποθέματος που διαθέτει η χώρα.

Η στρατηγική στον τομέα της ενέργειας περιλαμβάνει:

  • αφενός την ενδυνάμωση της συμβολής του ενεργειακού τομέα στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, και
  • αφετέρου τη διασφάλιση του σεβασμού στο περιβάλλον σε συνδυασμό με την εξυπηρέτηση των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα.

Η στρατηγική αυτή συμπυκνώνεται σε πέντε ειδικότερους στόχους:

Στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Τούτο επιτυγχάνεται με την παροχή εναλλακτικών (και κατά τεκμήριο ανταγωνιστικών) λύσεων στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών τόσο των επιχειρήσεων όσο και των οικιστικών συνόλων. Η εισαγωγή του ανταγωνισμού θα λειτουργήσει επωφελώς για την κατανάλωση, ενώ θα δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Επιπλέον, ο στόχος της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας εξυπηρετείται και από την ανάδειξη του ίδιου του ενεργειακού τομέα ως πεδίου ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας σε συνθήκες ανταγωνισμού.

Στην ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας καθώς και τις προοπτικές διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην εξυπηρέτηση του στόχου αυτού συμβάλλει η ολοκλήρωση των σημαντικών έργων υποδομής που θα αναδείξουν την Ελλάδα ως "ενεργειακό κόμβο" της ευρύτερης περιοχής.

Στην προσαρμογή στις συνθήκες απελευθέρωσης των ενεργειακών πόρων. Τούτο συνεπάγεται θεσμικές και οργανωτικές ρυθμίσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί κατάλληλη εποπτεία του νέου καθεστώτος. Επιπλέον, υπαγορεύει αναγκαία έργα υποδομών για τη μεταφορά και τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου με τρόπο που να διασφαλίζεται ο ανταγωνισμός.

Στην τήρηση των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα όσον αφορά στη διείσδυση του φυσικού αερίου (χωρίς να πληγεί το ανταγωνιστικό καθεστώς της αγοράς αυτής) και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στο πνεύμα αυτού του στόχου βρίσκεται η επιταγή της απλούστευσης των διαδικασιών αδειοδότησης, καθώς και της ρύθμισης για προτεραιότητα πρόσβασης στο δίκτυο μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας που έχει παραχθεί με την πλέον καθαρή τεχνολογία.

Στην κάλυψη των ειδικών αναγκών των νησιών, με τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του πλούσιου δυναμικού τους σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Ο στόχος αυτός εξυπηρετείται με την ενίσχυση της κατασκευής των σχετικών εγκαταστάσεων και με τη βελτίωση της διασύνδεσης (των νησιών μεταξύ τους αλλά και με το ηπειρωτικό σύστημα).